Ρέθυμνο(ν)

Ρέθυμνο(ν)
το , Ρέθυμνος ο г. Ретимнон, Ретимни (о-в Крит);
тж. Ρεθύμνη

Νέα ελληνική-Ρωσικά λεξικό. . 1980.

Игры ⚽ Поможем написать курсовую

Смотреть что такое "Ρέθυμνο(ν)" в других словарях:

  • Ρέθυμνο — Πόλη της Κρήτης, πρωτεύουσα της ομώνυμης πρώην επαρχίας (350 τ. χλμ.) και του ομώνυμου νομού, η τρίτη σε πληθυσμό πόλη της Κρήτης μετά τον Ηράκλειο και τα Χανιά. στον δήμο Ρ., υπάγονται οι οικισμοί Γάλλος, Ξηρό Χωριό, Αγία Ειρήνη, Γιαννούδι,… …   Dictionary of Greek

  • Μπουνιαλής, Εμμανουήλ Τζάνες — (Ρέθυμνο 1610 – Βενετία 1690). Λόγιος κληρικός, ποιητής και ζωγράφος. Στο Ρέθυμνο πήρε τα πρώτα του μαθήματα ζωγραφικής. Έπειτα πήγε στην Κεφαλονιά, Κέρκυρα και, τέλος, στη Βενετία όπου και εγκαταστάθηκε. Το 1659 διορίστηκε εφημέριος του εκεί… …   Dictionary of Greek

  • Ανδρουλιδάκης, Γεώργιος — (Ρέθυμνο 1905 – Αθήνα 1974).Δημοσιογράφος. Σπούδασε στη σχολή δημοσιογραφίας του Λονδίνου και άρχισε να δημοσιογραφεί το 1926. Διετέλεσε αρχισυντάκτης της αθηναϊκής εφημερίδας Ελευθερία (1951 67). Έγραψε τα βιβλία Θεωρία περίπληθυσμού, Τύπος και… …   Dictionary of Greek

  • Βεργίτση, Ευγενία — (Ρέθυμνο Κρήτης 1643 – 1715). Πρώτη στην ιεραρχία του χαρεμιού, ευνοούμενη του Οθωμανού σουλτάνου Μεχμέτ Δ’ και βαλιδέ σουλτάνα, δηλαδή βασιλομήτωρ. Αιχμαλωτίστηκε από τους Τούρκους σε ηλικία 3 ετών, κατά την κατάληψη του Ρεθύμνου, και κλείστηκε… …   Dictionary of Greek

  • Βερνάρδος, Εμμανουήλ — (Ρέθυμνο 1777 – 1852).Λόγιος και νομομαθής. Σπούδασε στην Κωνσταντινούπολη και τη Μολδοβλαχία. Εγκαταστάθηκε τελικά στο Ιάσιο, όπου ασκούσε το επάγγελμα του οικοδιδάσκαλου. Γνώριζε επτά γλώσσες, γεγονός που του εξασφάλισε την εύνοια του ηγεμόνα… …   Dictionary of Greek

  • Καλοκύρης, Δημήτρης — (Ρέθυμνο 1948 –). Γραφίστας και λογοτέχνης. Σπούδασε στη φιλοσοφική σχολή του Αριστοτελείου Πανεπιστημίου Θεσσαλονίκης. Σταδιοδρόμησε ως γραφίστας, επιμελητής και σχεδιαστής διαφόρων εντύπων. Υπήρξε εκδότης του περιοδικού και των εκδόσεων Τραμ… …   Dictionary of Greek

  • Λομπάρδος, Εμμανουήλ — (Ρέθυμνο 1598 – 1632). Ζωγράφος. Ο Λ. ή Λαμπράδος είναι ο πιο αξιόλογος από τους τέσσερις Έλληνες ζωγράφους με το ίδιο επώνυμο. Οι άλλοι τρεις είναι ο Πέτρος, ο Ιωακείμ και ο Ιωάννης …   Dictionary of Greek

  • Μαμαγκάκης, Νίκος — (Ρέθυμνο 1929 –). Συνθέτης. Καταγόμενος από οικογένεια παραδοσιακών μουσικών, άρχισε τις μουσικές του σπουδές στη Φιλαρμονική Ρεθύμνου και συνέχισε στο Ελληνικό Ωδείο (1947 53) με τους Μιλτιάδη Κουτούγκο, Αντίοχο Ευαγγελάτο, Μάριο Βάρβογλη και… …   Dictionary of Greek

  • Μανούσακας, Μανούσος — (Ρέθυμνο 1914 –). Ιστορικός, καθηγητής πανεπιστημίου και ακαδημαϊκός. Σπούδασε ιστορία και φιλολογία στη φιλοσοφική σχολή του Πανεπιστημίου Αθηνών και στη Σορβόνη. Ανακηρύχθηκε διδάκτωρ και στα δύο (το 1951 της Σορβόνης και το 1960 του… …   Dictionary of Greek

  • Μυγιάκης, Στέλιος — (Ρέθυμνο 1952 –). Αθλητής της ελληνορωμαϊκής πάλης και Ολυμπιονίκης. Πρωτοασχολήθηκε με το άθλημά του το 1968 (με προπονητή τον ολυμπιονίκη Πέτρο Γαλακτόπουλο) και αγωνίστηκε στον Εθνικό Αθηνών. Μετά από μια σειρά επιτυχημένων συμμετοχών σε… …   Dictionary of Greek

  • Παρρέν, Καλλιρρόη — (Ρέθυμνο, Κρήτη 1861 – Αθήνα 1940). Ελληνίδα δημοσιογράφος και συγγραφέας. Εξέδωσε την πρώτη γυναικεία εφημερίδα στην Ελλάδα (Εφημερίς των Κυριών, 1887), όπου συζητούσε και έριχνε φως στα προβλήματα που σχετίζονταν με την ψυχική και πνευματική… …   Dictionary of Greek


Поделиться ссылкой на выделенное

Прямая ссылка:
Нажмите правой клавишей мыши и выберите «Копировать ссылку»